επεμπίπτω

ἐπεμπίπτω (Α)
1. επιτίθεμαι ορμητικά, προσβάλλω χτυπώντας αιφνιδιαστικά
2. ασχολούμαι με ζήλο («οὔκουν ἕλκω κἀξαρτῶμαι κἀπεμπίπτω καὶ σπουδάζω», Αριστοφ.)
3. συναρμολογώ, ταιριάζω.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ἐπέμπετε — ἐπεμπίπτω fall upon aor imperat act 2nd sg (doric aeolic) ἐπεμπίπτω fall upon aor ind act 3rd sg (doric aeolic) πέμπω send imperf ind act 2nd pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπεμπεσοῦσα — ἐπεμπίπτω fall upon aor part act fem nom/voc sg (attic epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπενέπεσεν — ἐπεμπίπτω fall upon aor ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπέμπεσεν — ἐπεμπίπτω fall upon aor ind act 3rd sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπεμπίπτῃ — ἐπεμπί̱πτῃ , ἐπεμπίπτω fall upon pres subj mp 2nd sg ἐπεμπί̱πτῃ , ἐπεμπίπτω fall upon pres ind mp 2nd sg ἐπεμπί̱πτῃ , ἐπεμπίπτω fall upon pres subj act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κἀπεμπίπτω — ἐπεμπί̱πτω , ἐπεμπίπτω fall upon pres subj act 1st sg ἐπεμπί̱πτω , ἐπεμπίπτω fall upon pres ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • προεπεμπίπτει — προεπεμπί̱πτει , πρό ἐπεμπίπτω fall upon pres ind mp 2nd sg προεπεμπί̱πτει , πρό ἐπεμπίπτω fall upon pres ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπεμπιπτόντων — ἐπεμπῑπτόντων , ἐπεμπίπτω fall upon pres part act masc/neut gen pl ἐπεμπῑπτόντων , ἐπεμπίπτω fall upon pres imperat act 3rd pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπεμπίπτει — ἐπεμπί̱πτει , ἐπεμπίπτω fall upon pres ind mp 2nd sg ἐπεμπί̱πτει , ἐπεμπίπτω fall upon pres ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπέμπετ' — ἐπέμπετε , ἐπεμπίπτω fall upon aor imperat act 2nd sg (doric aeolic) ἐπέμπετε , ἐπεμπίπτω fall upon aor ind act 3rd sg (doric aeolic) ἐπέμπετο , πέμπω send imperf ind mp 3rd sg ἐπέμπετε , πέμπω send imperf ind act 2nd pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.